Συντάξεις: 6 στους 10 λαμβάνουν κάτω από 1.000 ευρώ – Η εικόνα για τους συνταξιούχους
Σημαντικά στοιχεία για την κατάσταση του συνταξιοδοτικού συστήματος και το ύψος των παροχών που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα αποτυπώνει η επικαιροποιημένη έκθεση του συστήματος «Ήλιος» για τον Ιούλιο.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι ένα μεγάλο μέρος των συνταξιούχων εξακολουθεί να κινείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα εισοδήματος, την ώρα που το κόστος διαβίωσης παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώνεται στα 867 ευρώ, ενώ η μέση επικουρική σύνταξη ανέρχεται στα 196 ευρώ. Παράλληλα, περίπου 6 στους 10 συνταξιούχους λαμβάνουν σύνταξη κάτω από τα 1.000 ευρώ, ενώ το 13% βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, με συνολική σύνταξη έως 500 ευρώ.
Η εικόνα αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πραγματικό εισόδημα των συνταξιούχων και την ανάγκη να εξετάζεται όχι μόνο το ονομαστικό ποσό της σύνταξης αλλά και η αγοραστική δύναμη που απομένει μετά τις βασικές δαπάνες.
Πόσοι συνταξιούχοι βρίσκονται κάτω από τα 1.000 ευρώ
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έκθεσης είναι η κατανομή των συντάξεων.
Περίπου 58% των συνταξιούχων λαμβάνει σύνταξη κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο 42% βρίσκεται πάνω από αυτό το όριο.
Το ποσοστό παρουσιάζει μικρή βελτίωση σε σχέση με το τέλος του 2024, όταν η αντίστοιχη αναλογία βρισκόταν περίπου στο 60%-40%. Η μεταβολή, ωστόσο, είναι περιορισμένη και δείχνει ότι μεγάλο μέρος των συνταξιούχων εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το συγκεκριμένο επίπεδο.
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στο χαμηλότερο εισοδηματικό επίπεδο, καθώς 13% των συνταξιούχων λαμβάνει έως 500 ευρώ.
Τα στοιχεία αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζονται με τις καθημερινές ανάγκες ενός νοικοκυριού, όπως η στέγαση, τα τρόφιμα, οι λογαριασμοί ενέργειας και οι δαπάνες υγείας.
Η μέση κύρια σύνταξη στα 867 ευρώ
Η μέση κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, διαμορφώνεται στα 867 ευρώ.
Το ποσό αυτό αποτελεί έναν μέσο όρο και επομένως δεν σημαίνει ότι όλοι οι συνταξιούχοι λαμβάνουν το ίδιο ποσό. Υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με το ασφαλιστικό ιστορικό, τα έτη ασφάλισης, τις αποδοχές κατά τον εργασιακό βίο και τον πρώην ασφαλιστικό φορέα.
Παράλληλα, η μέση επικουρική σύνταξη ανέρχεται στα 196 ευρώ. Η προσθήκη της επικουρικής μπορεί να αυξήσει το συνολικό μηνιαίο εισόδημα ενός συνταξιούχου, όμως και εδώ οι διαφορές μεταξύ των δικαιούχων είναι σημαντικές.
Για αυτόν τον λόγο, η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των συνταξιούχων δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε έναν μέσο αριθμό.
Μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε Δημόσιο και ιδιωτικό τομέα
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει αφορά τη διαφορά ανάμεσα στις νέες συντάξεις του Δημοσίου και εκείνες του ιδιωτικού τομέα.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση και στην ανάλυση της κατάστασης, η μέση νέα σύνταξη στον Δημόσιο τομέα τον Απρίλιο διαμορφώθηκε στα 1.253 ευρώ, ενώ στον ιδιωτικό τομέα στα 779 ευρώ.
Η διαφορά φτάνει έτσι τα 474 ευρώ, με τη μέση νέα σύνταξη του Δημοσίου να είναι περίπου 61% υψηλότερη από εκείνη του ιδιωτικού τομέα.
Η απόσταση αυτή δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο, αλλά η διατήρησή της τροφοδοτεί τη συζήτηση για τις διαφορετικές διαδρομές που ακολουθούν οι ασφαλισμένοι μέχρι τη συνταξιοδότηση.
Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά
Οι ειδικοί αποδίδουν μέρος της διαφοράς στο ασφαλιστικό ιστορικό των εργαζομένων.
Ένας από τους παράγοντες που αναφέρονται είναι ότι στον ιδιωτικό τομέα είναι μικρότερο το ποσοστό των εργαζομένων που φτάνουν στη συνταξιοδότηση έχοντας συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης ή χρονικό διάστημα κοντά στην 40ετία.
Τα συνολικά έτη ασφάλισης επηρεάζουν σημαντικά τον υπολογισμό της σύνταξης, όπως επίσης και το ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου.
Έτσι, δύο εργαζόμενοι που αποχωρούν από την αγορά εργασίας σε παρόμοια ηλικία μπορεί να καταλήξουν σε αρκετά διαφορετικό ποσό σύνταξης, εάν έχουν διαφορετική ασφαλιστική διαδρομή.
Οι αυξήσεις δεν έχουν αλλάξει πλήρως την εικόνα
Η εικόνα κάτω από τα 1.000 ευρώ παρουσιάζει μια μικρή βελτίωση, όμως η μεταβολή παραμένει αργή.
Η απελευθέρωση των αυξήσεων στις συντάξεις έχει συμβάλει στη σταδιακή βελτίωση της αναλογίας μεταξύ όσων βρίσκονται κάτω και πάνω από το όριο των 1.000 ευρώ.
Ωστόσο, το γεγονός ότι το 58% εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το συγκεκριμένο επίπεδο δείχνει ότι οι αυξήσεις δεν έχουν ανατρέψει συνολικά την κατανομή των εισοδημάτων.
Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική και για τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής, καθώς οποιαδήποτε νέα παρέμβαση στις συντάξεις έχει διαφορετική επίδραση ανάλογα με το ύψος της παροχής που λαμβάνει κάθε δικαιούχος.
Το πραγματικό εισόδημα είναι διαφορετική υπόθεση
Το ποσό που εμφανίζεται στην απόφαση ή στον τραπεζικό λογαριασμό δεν είναι από μόνο του αρκετό για να αποτυπώσει την οικονομική κατάσταση ενός συνταξιούχου.
Για να αξιολογηθεί η πραγματική οικονομική δυνατότητα, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το κόστος των βασικών αγαθών και υπηρεσιών.
Ένας συνταξιούχος με εισόδημα 900 ή 1.000 ευρώ αντιμετωπίζει διαφορετικές συνθήκες εάν πληρώνει ενοίκιο από έναν ιδιοκτήτη κατοικίας που δεν έχει στεγαστική επιβάρυνση.
Το ίδιο ισχύει για τις δαπάνες υγείας, τις οικογενειακές υποχρεώσεις και το κόστος ενέργειας.
Επομένως, η συζήτηση για τις συντάξεις δεν αφορά μόνο το εάν αυξάνεται ένα ποσό σε ευρώ, αλλά και το κατά πόσο η αύξηση αυτή αντισταθμίζει τις αυξημένες ανάγκες της καθημερινότητας.
Το βάρος των χαμηλών συντάξεων
Το γεγονός ότι περίπου ένας στους οκτώ συνταξιούχους λαμβάνει έως 500 ευρώ αποτελεί ένα από τα σημεία που προκαλούν μεγαλύτερο προβληματισμό.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σύνταξη μπορεί να μην επαρκεί για την κάλυψη βασικών αναγκών χωρίς πρόσθετη στήριξη από άλλες πηγές εισοδήματος ή την οικογένεια.
Η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει διαφορετικές περιπτώσεις ασφαλισμένων και δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ένα ενιαίο συμπέρασμα για όλους.
Ωστόσο, το μέγεθος της ομάδας δείχνει ότι η συζήτηση για την ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων παραμένει επίκαιρη.
Οι νέοι συνταξιούχοι και η μεγάλη διαφοροποίηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τις νέες συντάξεις.
Οι νέες συντάξεις δεν ταυτίζονται με το σύνολο των συντάξεων που καταβάλλονται ήδη, καθώς αφορούν όσους εισέρχονται στο συνταξιοδοτικό σύστημα κατά την εξεταζόμενη περίοδο.
Η μεγάλη διαφορά μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στις νέες συντάξεις αποτελεί ένδειξη ότι οι διαφορετικές εργασιακές και ασφαλιστικές διαδρομές εξακολουθούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο τελικό ποσό.
Ταυτόχρονα, η σταδιακή έξοδος εργαζομένων από την αγορά εργασίας θα αλλάζει διαρκώς τη σύνθεση του συνολικού πληθυσμού των συνταξιούχων.
Τι σημαίνουν τα στοιχεία για την οικονομική πολιτική
Τα δεδομένα του «Ήλιος» έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση εξετάζει τις επόμενες οικονομικές παρεμβάσεις της.
Η εικόνα των συνταξιούχων αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα ζητήματα που θα απασχολήσουν τη δημόσια συζήτηση, ιδιαίτερα ενόψει των ανακοινώσεων της ΔΕΘ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι επόμενες παρεμβάσεις θα είναι οριζόντιες ή εάν θα δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στους χαμηλότερα αμειβόμενους συνταξιούχους.
Η επιλογή έχει διαφορετικό δημοσιονομικό κόστος και διαφορετική κοινωνική επίδραση.
Γιατί χρειάζεται προσοχή στην ανάγνωση των αριθμών
Οι μέσοι όροι είναι χρήσιμοι για να αποτυπωθεί η γενική εικόνα, αλλά μπορούν να κρύψουν μεγάλες διαφοροποιήσεις.
Η μέση κύρια σύνταξη των 867 ευρώ, για παράδειγμα, δεν σημαίνει ότι ένας στους δύο συνταξιούχους παίρνει ακριβώς αυτό το ποσό.
Η κατανομή των συντάξεων είναι πολύ πιο σύνθετη και περιλαμβάνει δικαιούχους με πολύ χαμηλές παροχές αλλά και άλλους με σημαντικά υψηλότερα ποσά.
Για αυτό η αναφορά στο ποσοστό των συνταξιούχων κάτω από τα 1.000 ευρώ είναι ιδιαίτερα χρήσιμη: δείχνει καλύτερα το εύρος της εισοδηματικής κατάστασης από έναν απλό μέσο όρο.
Η εικόνα που διαμορφώνεται
Τα στοιχεία του Ιουλίου παρουσιάζουν ένα συνταξιοδοτικό σύστημα με σημαντικές διαφορές μεταξύ των δικαιούχων.
Από τη μία πλευρά, υπάρχει σταδιακή βελτίωση στην αναλογία των συνταξιούχων που βρίσκονται πάνω από τα 1.000 ευρώ.
Από την άλλη, το γεγονός ότι 58% εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από το συγκεκριμένο όριο δείχνει ότι η πλειονότητα των συνταξιούχων παραμένει σε επίπεδο εισοδήματος που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ειδικά όταν συνυπολογίζεται το κόστος διαβίωσης.
Παράλληλα, η μεγάλη διαφορά στις νέες συντάξεις μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αποτελεί ένα ξεχωριστό ζήτημα που θα συνεχίσει να απασχολεί τη συζήτηση γύρω από το ασφαλιστικό.
Το επόμενο διάστημα, το ενδιαφέρον θα στραφεί στις οικονομικές αποφάσεις που θα ληφθούν και κυρίως στο εάν θα υπάρξουν νέες παρεμβάσεις υπέρ των χαμηλοσυνταξιούχων.
Οι αριθμοί της έκθεσης «Ήλιος» δείχνουν πάντως με σαφήνεια ότι, παρά τις σταδιακές βελτιώσεις, ένα μεγάλο τμήμα των συνταξιούχων εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα εισοδήματος κάτω από τα 1.000 ευρώ.
