Μητσοτάκης στη ΔΕΘ: Ο οδικός χάρτης της Ελλάδας έως το 2030 – Όλα όσα βρίσκονται στο επίκεντρο
Μητσοτάκης στη ΔΕΘ: Ο οδικός χάρτης έως το 2030 – Οι βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης
Σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό για την πορεία της χώρας μέχρι το 2030 αναμένεται να κινηθεί η φετινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ο πρωθυπουργός έδωσε από το Υπουργικό Συμβούλιο το στίγμα των θεμάτων που θα βρεθούν στο επίκεντρο, συνδέοντας την οικονομική πολιτική των επόμενων ετών με την αντιμετώπιση της ακρίβειας, τη μείωση του δημόσιου χρέους, την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και τις μεταρρυθμίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Η ΔΕΘ δεν αναμένεται, επομένως, να αποτελέσει μόνο μια παρουσίαση μέτρων για την επόμενη χρονιά. Το κυβερνητικό μήνυμα που διαμορφώνεται είναι περισσότερο μακροπρόθεσμο, με ορίζοντα το 2030 και στόχο να παρουσιαστεί ένα συνολικό σχέδιο για την οικονομία, τις επενδύσεις, το κράτος και την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας.
Η ΔΕΘ ως σημείο αναφοράς για την επόμενη περίοδο
Στην τοποθέτησή του στο Υπουργικό Συμβούλιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προανήγγειλε ότι στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης θα παρουσιαστούν οι βασικές κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής για το 2027, αλλά και ένας ευρύτερος σχεδιασμός που θα εκτείνεται μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
Η επιλογή αυτή δείχνει ότι η κυβέρνηση θέλει να μεταφέρει τη συζήτηση από τα άμεσα μέτρα σε ένα πιο μακροπρόθεσμο αφήγημα. Μετά από μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία πέρασε διαδοχικές κρίσεις, η έμφαση πλέον δίνεται στη διατήρηση της ανάπτυξης και στη δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν στη χώρα να παραμείνει ανταγωνιστική.
Στόχος, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, είναι η Ελλάδα να φτάσει στην επέτειο των 200 ετών από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους με ισχυρότερη και πιο παραγωγική οικονομία. Πρόκειται για έναν συμβολικό αλλά και πολιτικό ορίζοντα, μέσα από τον οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τις σημερινές επιλογές με τη μελλοντική εικόνα της χώρας.
Το Ταμείο Ανάκαμψης περνά στην τελική ευθεία
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της κυβερνητικής ατζέντας είναι η ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει συνολικά περίπου 36 δισ. ευρώ μέσω δανείων και επιχορηγήσεων, τα οποία συνδέθηκαν με επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις σε πολλούς διαφορετικούς τομείς. Η ολοκλήρωση του προγράμματος τοποθετείται στις 31 Αυγούστου, ενώ σύμφωνα με την ενημέρωση του πρωθυπουργού απομένουν δύο από τα συνολικά 136 μεταρρυθμιστικά ορόσημα.
Η σημασία του Ταμείου Ανάκαμψης δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος των χρημάτων που εισέρρευσαν στην ελληνική οικονομία. Εξίσου σημαντικό είναι το είδος των παρεμβάσεων που χρηματοδοτήθηκαν.
Στον κυβερνητικό απολογισμό περιλαμβάνονται η ψηφιοποίηση υπηρεσιών του Δημοσίου, η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η προμήθεια ηλεκτρικών λεωφορείων, έργα υποδομών όπως το Μετρό Θεσσαλονίκης, αλλά και προγράμματα προληπτικών εξετάσεων.
Το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη ημέρα είναι πλέον η αξιοποίηση αυτών των παρεμβάσεων. Η χρηματοδότηση από μόνη της δεν αρκεί, εάν τα έργα και οι μεταρρυθμίσεις δεν οδηγήσουν σε καλύτερες υπηρεσίες, υψηλότερη παραγωγικότητα και περισσότερες επενδύσεις.
Μείωση του χρέους και δημοσιονομικός χώρος
Σημαντικό μέρος της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας αφορά και την πορεία του δημόσιου χρέους.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε έμφαση στη μείωσή του, παρουσιάζοντάς την όχι μόνο ως δημοσιονομικό στόχο αλλά και ως επιλογή που μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια για την οικονομική πολιτική τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα πλέον δανείζεται με ευνοϊκότερους όρους σε σχέση με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία. Ένα χαμηλότερο βάρος χρέους περιορίζει τους κινδύνους σε περιόδους αναταράξεων και μπορεί να βελτιώσει την εικόνα της χώρας στις αγορές.
Ωστόσο, η δημοσιονομική πολιτική παραμένει μια δύσκολη ισορροπία. Η κυβέρνηση καλείται από τη μία να συνεχίσει τη δημοσιονομική σταθερότητα και από την άλλη να διαθέσει πόρους για την αντιμετώπιση κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων.
Η ακρίβεια παραμένει η μεγάλη πρόκληση
Παρά τις θετικές αναφορές στην πορεία της οικονομίας, το κόστος ζωής εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την ακρίβεια ως το μεγαλύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες και αναφέρθηκε σε ενδείξεις αποκλιμάκωσης των τιμών σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, μεταξύ άλλων στο ελαιόλαδο, τα φρούτα και τα λαχανικά.
Από την 1η Σεπτεμβρίου αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή η Εθνική Συμφωνία Μείωσης Τιμών, ενώ στο επίκεντρο θα βρεθούν και τα σχολικά είδη ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς.
Για τους καταναλωτές, ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μειωθεί ο ρυθμός αύξησης των τιμών. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία στην καθημερινότητα είναι να υπάρξει πραγματική αποκλιμάκωση σε βασικές κατηγορίες δαπανών.
Τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και μετακινήσεις εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Επομένως, η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα γίνει αισθητή στην καθημερινότητα των οικογενειών.
Νέα σχολική χρονιά και κόστος για τις οικογένειες
Η αναφορά στα σχολικά είδη έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς ο Σεπτέμβριος αποτελεί παραδοσιακά έναν μήνα αυξημένων εξόδων για τις οικογένειες.
Τσάντες, γραφική ύλη, σχολικά βοηθήματα και άλλες απαραίτητες αγορές προσθέτουν ένα επιπλέον κόστος στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές παραμένουν υψηλότερες από τα επίπεδα προηγούμενων ετών, ακόμη και οι σχετικά μικρές αυξήσεις μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετη πίεση.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να παρουσιάσει τις πρωτοβουλίες της ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού του κόστους για τα νοικοκυριά. Το κατά πόσο αυτό θα αποτυπωθεί στην αγορά θα φανεί κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών.
Στο επίκεντρο και η σχέση με την Τουρκία
Παράλληλα με την οικονομία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αφορμή τις αντιδράσεις της Άγκυρας σε ελληνικές πρωτοβουλίες που σχετίζονται με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια για τον Τουρισμό και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι ότι οι αντιδράσεις από την Τουρκία δεν πρόκειται να επηρεάσουν τον εθνικό σχεδιασμό. Ο πρωθυπουργός επανέλαβε παράλληλα ότι η Ελλάδα επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας, αλλά θεωρεί ως μοναδικό αντικείμενο συζήτησης την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και συνδέεται με την πάγια ελληνική αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο.
Η Αθήνα επιχειρεί έτσι να συνδυάσει δύο διαφορετικές ανάγκες: τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα και την παράλληλη υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων σε ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η ενέργεια και ο τουρισμός στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό
Τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια για τον Τουρισμό και τις ΑΠΕ δείχνουν ότι ο σχεδιασμός έως το 2030 δεν αφορά μόνο δημοσιονομικούς δείκτες.
Η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει πώς θα αναπτύξει περαιτέρω δύο ιδιαίτερα σημαντικούς τομείς της οικονομίας: τον τουρισμό και την πράσινη ενέργεια.
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, αλλά η μελλοντική του ανάπτυξη συνδέεται όλο και περισσότερο με ζητήματα χωροταξίας, υποδομών και βιωσιμότητας.
Από την άλλη πλευρά, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αποτελεί σημαντικό μέρος της ενεργειακής μετάβασης. Χρειάζεται όμως παράλληλα επαρκές δίκτυο, αποθήκευση ενέργειας και σωστός χωροταξικός σχεδιασμός.
Αυτές οι αποφάσεις έχουν μακροχρόνιο χαρακτήρα και μπορούν να επηρεάσουν την οικονομία πολύ πέρα από τον ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας.
Τι σημαίνει ο «οδικός χάρτης» έως το 2030
Η αναφορά στον οδικό χάρτη έως το 2030 έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς δείχνει την προσπάθεια της κυβέρνησης να παρουσιάσει μια πιο μακροπρόθεσμη εικόνα για την Ελλάδα.
Ένας τέτοιος σχεδιασμός δεν περιορίζεται σε έναν μόνο οικονομικό στόχο. Περιλαμβάνει την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, την ψηφιακή μετάβαση, την ενέργεια, τις υποδομές, την αγορά εργασίας, την εκπαίδευση και τη λειτουργία του Δημοσίου.
Για να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα, χρειάζεται συνέχεια και συνέπεια στην εφαρμογή. Η ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από τις κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά και από το επιχειρηματικό περιβάλλον, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, το ανθρώπινο δυναμικό και τη γενικότερη πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τις επενδύσεις και τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κεφάλαια σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικής της δυνατότητας.
Το επόμενο μεγάλο πολιτικό ορόσημο
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αναμένεται να λειτουργήσει ως το βασικό βήμα για την παρουσίαση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων της επόμενης περιόδου.
Εκεί θα φανεί με μεγαλύτερη σαφήνεια ποια μέτρα θα επιλεγούν για την οικονομία, ποια θα είναι η στόχευση απέναντι στην ακρίβεια και ποιες παρεμβάσεις θα προωθηθούν με ορίζοντα το 2030.
Το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί ιδιαίτερα στο κατά πόσο οι εξαγγελίες θα μεταφραστούν σε συγκεκριμένες πολιτικές και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης σηματοδοτεί παράλληλα μια αλλαγή φάσης. Η περίοδος των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων περνά σταδιακά στο στάδιο της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.
Για την κυβέρνηση, το ζητούμενο πλέον είναι να αποδείξει ότι οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να αφήσουν μόνιμο αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία.
Μια κρίσιμη περίοδος μέχρι το 2030
Η επόμενη τετραετία αναμένεται να είναι καθοριστική για την κατεύθυνση της ελληνικής οικονομίας. Η χώρα έχει πλέον διαφορετικές αφετηρίες σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις.
Το δημογραφικό, η στεγαστική πίεση, η ακρίβεια, η ενεργειακή μετάβαση, η ανάγκη για περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αποτελούν ζητήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ένα μόνο μέτρο.
Ο οδικός χάρτης που αναμένεται να παρουσιαστεί στη ΔΕΘ θα αποτελέσει επομένως μια ευκαιρία για την κυβέρνηση να παρουσιάσει συνολικά τη στρατηγική της.
Το πραγματικό στοίχημα, ωστόσο, θα είναι η εφαρμογή. Για τους πολίτες, η επιτυχία ενός σχεδίου έως το 2030 θα κριθεί τελικά από απτά αποτελέσματα: καλύτερα εισοδήματα, χαμηλότερες πιέσεις στο κόστος ζωής, περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, αποτελεσματικότερο κράτος και μεγαλύτερες ευκαιρίες για επενδύσεις.
Η φετινή ΔΕΘ αναμένεται έτσι να αποτελέσει περισσότερο από έναν ετήσιο πολιτικό σταθμό. Θα λειτουργήσει ως πλατφόρμα παρουσίασης του κυβερνητικού σχεδιασμού για τα επόμενα χρόνια, με την οικονομία, την ακρίβεια, τις μεταρρυθμίσεις και τις γεωπολιτικές εξελίξεις να βρίσκονται στο ίδιο κάδρο.
Το αν αυτός ο σχεδιασμός θα μπορέσει να μετατραπεί σε σταθερή ανάπτυξη και βελτίωση της καθημερινότητας είναι το μεγάλο ερώτημα που θα συνοδεύσει την κυβέρνηση μέχρι το 2030.
