R&I: Θετικές πλέον οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας – Ανοίγει ο δρόμος για νέα αναβάθμιση
Σημαντική ψήφος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία
Σε πιο θετική τροχιά τοποθετεί την ελληνική οικονομία ο ιαπωνικός οίκος αξιολόγησης Rating and Investment Information (R&I), ο οποίος προχώρησε σε αλλαγή των προοπτικών της χώρας από «σταθερές» σε «θετικές», διατηρώντας παράλληλα την πιστοληπτική αξιολόγηση στο BBB.
Η συγκεκριμένη κίνηση δεν αποτελεί τυπική μεταβολή. Το θετικό outlook ουσιαστικά σημαίνει ότι, εφόσον συνεχιστούν οι οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις που καταγράφονται σήμερα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια πιθανή νέα αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης στο μέλλον.
Ο R&I αξιολογεί θετικά την ανθεκτικότητα που εμφανίζει η ελληνική οικονομία, τη δημοσιονομική πορεία, τη σταδιακή υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αλλά και την εικόνα του τραπεζικού συστήματος.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα σύνθετο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, με πληθωριστικές πιέσεις και γεωπολιτικές αναταράξεις να δημιουργούν αβεβαιότητα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τι σημαίνει η αλλαγή από «σταθερές» σε «θετικές»
Η διαφορά ανάμεσα σε ένα σταθερό και ένα θετικό outlook έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές.
Όταν ένας οίκος αξιολόγησης χαρακτηρίζει τις προοπτικές μιας χώρας ως θετικές, ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι τα δεδομένα εξελίσσονται προς μια κατεύθυνση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει καλύτερη πιστοληπτική βαθμίδα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για άμεση αναβάθμιση του BBB, αλλά για ένα σαφές μήνυμα ότι το επόμενο βήμα βρίσκεται πλέον στο τραπέζι.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο R&I συνδέει τη θετικότερη εικόνα με μια σειρά παραγόντων που έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται η διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους και η βελτίωση της κατάστασης στον τραπεζικό κλάδο.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η αξιολόγηση δεν βασίζεται αποκλειστικά σε έναν οικονομικό δείκτη. Αντίθετα, αποτυπώνει τη συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας και την ικανότητά της να διατηρήσει τη σημερινή πορεία τα επόμενα χρόνια.
Ανάπτυξη κοντά στο 2% το 2026
Ένας από τους βασικούς λόγους για τη θετικότερη στάση του οίκου είναι η ανθεκτικότητα της ανάπτυξης.
Η ελληνική οικονομία κατέγραψε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2,1% το 2025 σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η R&I. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στην ιδιωτική κατανάλωση, στην άνοδο του διαθέσιμου εισοδήματος, στην τουριστική δραστηριότητα και στις επενδύσεις.
Για το 2026, ο ιαπωνικός οίκος εκτιμά ότι η οικονομία μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 2%, παρά τις εξωτερικές πιέσεις.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντική εκτίμηση, καθώς η ελληνική οικονομία δεν κινείται πλέον στο περιβάλλον των πολύ υψηλών ρυθμών ανάκαμψης που ακολούθησαν την πανδημία. Η πρόκληση πλέον είναι να διατηρηθεί μια σταθερή αναπτυξιακή δυναμική σε πιο φυσιολογικές συνθήκες.
Από το 2027 και μετά, η R&I αναμένει ρυθμούς ανάπτυξης στην περιοχή του υψηλού 1%.
Η εκτίμηση αυτή δείχνει ότι ο οίκος δεν περιμένει μια απότομη διακοπή της αναπτυξιακής πορείας, αλλά μια σταδιακή επιστροφή σε πιο μετριοπαθείς ρυθμούς.
Τουρισμός και επενδύσεις παραμένουν σημαντικοί παράγοντες
Ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, καθώς δημιουργεί εισόδημα, απασχόληση και εισροές από το εξωτερικό.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο έχουν οι επενδύσεις, ιδιαίτερα εκείνες που συνδέονται με ευρωπαϊκούς πόρους και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και οι άμεσες ξένες επενδύσεις.
Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι, σύμφωνα με την αξιολόγηση, να διευρυνθούν οι πηγές ανάπτυξης της χώρας.
Η μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό δημιουργεί ένα ζήτημα που συνδέεται με τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της οικονομίας. Για αυτό και η ενίσχυση άλλων παραγωγικών κλάδων, η προσέλκυση επενδύσεων και η βελτίωση της παραγωγικότητας θεωρούνται κρίσιμα στοιχεία για τα επόμενα χρόνια.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να συνεχιστεί η ανάπτυξη αλλά να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και να στηρίζεται σε περισσότερους τομείς της οικονομίας.
Τα πρωτογενή πλεονάσματα ενισχύουν την εικόνα
Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο R&I στη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας.
Το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης βρίσκεται σε πλεονασματική περιοχή από το 2024, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Σημαντική θεωρείται επίσης η ενίσχυση των κρατικών εσόδων. Η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και η εφαρμογή εργαλείων όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας έχουν συμβάλει στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην ενίσχυση της εισπραξιμότητας.
Για το 2026, ο κυβερνητικός σχεδιασμός που επικαλείται η R&I προβλέπει πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης 0,2% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,2% του ΑΕΠ.
Η διατήρηση δημοσιονομικών πλεονασμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία για την πιστοληπτική εικόνα της χώρας, καθώς περιορίζει τις ανάγκες νέου δανεισμού και δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για τη διαχείριση μελλοντικών οικονομικών πιέσεων.
Συνεχίζεται η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Ένα ακόμη στοιχείο που λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας είναι η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση, ο λόγος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο 136,8% στο τέλος του 2026.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη το πολύ υψηλό επίπεδο στο οποίο είχε βρεθεί το ελληνικό δημόσιο χρέος κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας.
Η μείωση του λόγου χρέους δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, το απόλυτο ύψος του χρέους παραμένει σημαντικό. Ωστόσο, η σταθερή αποκλιμάκωση σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη και τη δημοσιονομική πειθαρχία βελτιώνει σταδιακά την εικόνα βιωσιμότητας.
Για τους επενδυτές, η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην αξιολόγηση του κινδύνου που συνδέεται με τα ελληνικά κρατικά ομόλογα.
Καλύτερη εικόνα και για τις ελληνικές τράπεζες
Θετικά αξιολογείται και η πορεία του τραπεζικού συστήματος.
Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έχει περιορίσει έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους που αντιμετώπισε ο ελληνικός χρηματοπιστωτικός τομέας κατά τα προηγούμενα χρόνια.
Η βελτίωση συνδέεται με τις τιτλοποιήσεις με κρατική εγγύηση, αλλά και με την αύξηση των καταθέσεων και την ενίσχυση των κεφαλαίων των τραπεζών.
Η εξυγίανση των τραπεζών έχει ευρύτερη σημασία για την οικονομία. Ένα πιο σταθερό τραπεζικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των επενδύσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα χρειάζεται νέες παραγωγικές επενδύσεις.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα: η συνέχεια της οικονομικής πολιτικής
Παρά τη θετική αξιολόγηση, ο R&I αφήνει ένα σαφές μήνυμα για την επόμενη ημέρα.
Μια πιθανή νέα αναβάθμιση θα συνδεθεί με τη διατήρηση της αναπτυξιακής και δημοσιονομικής κατεύθυνσης και μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές, οι οποίες αναμένεται να πραγματοποιηθούν το αργότερο έως τον Ιούλιο του 2027.
Ουσιαστικά, ο οίκος θέλει να διαπιστώσει ότι η οικονομική πολιτική θα έχει συνέχεια και ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα αποτελέσουν μια προσωρινή συγκυρία.
Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα της αξιολόγησης. Η θετική προοπτική δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει την προσπάθεια. Αντίθετα, δημιουργεί έναν νέο στόχο: να διατηρηθούν οι καλές επιδόσεις και να μετατραπούν σε πιο μόνιμα χαρακτηριστικά της οικονομίας.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα η νέα αξιολόγηση
Η αλλαγή του outlook αποτελεί ένα ακόμη θετικό σήμα για την ελληνική οικονομία και τις διεθνείς αγορές.
Η διατήρηση του BBB, σε συνδυασμό με την αλλαγή των προοπτικών σε θετικές, δείχνει ότι ο R&I βλέπει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο πλέον είναι να συνεχιστούν οι παράγοντες που οδήγησαν στη σημερινή αξιολόγηση: ανάπτυξη, δημοσιονομική σταθερότητα, περιορισμός του χρέους, ισχυρότερες τράπεζες και προσέλκυση επενδύσεων.
Παράλληλα, παραμένουν οι προκλήσεις. Ο πληθωρισμός, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η εξάρτηση από συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας και οι διεθνείς εμπορικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της χώρας.
Η θετική αξιολόγηση, επομένως, αποτελεί περισσότερο σήμα εμπιστοσύνης και προσδοκίας για το επόμενο βήμα παρά έναν λόγο εφησυχασμού.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον μπροστά στην πρόκληση να αποδείξει ότι η βελτίωση των τελευταίων ετών μπορεί να διατηρηθεί και να μετατραπεί σε σταθερή, μακροπρόθεσμη οικονομική δυναμική. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, η σημερινή αλλαγή των προοπτικών από «σταθερές» σε «θετικές» μπορεί να αποτελέσει τον προάγγελο μιας νέας αναβάθμισης της χώρας.
